Ένστικτο ή Λογική;

«Δεν μου αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Παρόλο που δεν τον γνωρίζω, μου βγάζει κάτι αρνητικό. Το ένστικτό μου μού λέει να μην τον εμπιστευτώ». Πόσες φορές δεν μας έχει τύχει να πάρουμε αποφάσεις που βασίζονται εν μέρει ή ακόμα και εξ ολοκλήρου στη διαίσθησή μας; Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν στιγμές που θέτουμε σε λειτουργία τη λογική μας, για παράδειγμα όταν έχουμε να διαχειριστούμε μια δύσκολη κατάσταση. Πότε πρέπει να εμπιστευόμαστε, όμως, τη διαίσθησή μας και πότε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε στρατηγικές βασισμένες στη λογική;

Να εμπιστευόμαστε τη διαίσθηση; 
Αποφάσεις σε χρόνο ρεκόρ 
Όταν αποφασίζουμε με βάση το ένστικτο, χρειάζονται ελάχιστες πληροφορίες προκειμένου να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα. Ορισμένες μάλιστα φορές αρκούν λίγα μόλις κλάσματα του δευτερολέπτου για να σχηματίσουμε μια αντίληψη (π.χ. αυτός ο άνθρωπος είναι συμπαθητικός), η οποία πολλές φορές -αλλά όχι πάντα!- μπορεί και να μη διαφέρει από αυτή που θα είχαμε αν εντρυφούσαμε στην κατάσταση (π.χ. μετά από πολύχρονη γνωριμία μαζί του).
Κοντά στις επιθυμίες μας 
Η διαίσθηση δεν μας βοηθάει μόνο να παίρνουμε γρήγορες αποφάσεις, αλλά και σύμφωνες με τις πραγματικές μας ανάγκες, όπως αυτές εκδηλώνονται μέσα από τις σωματικές και συναισθηματικές μας αντιδράσεις. Για παράδειγμα, κάποιος που δεν μπορεί να πει εύκολα «όχι» είναι πιθανό να δεχτεί την πρόσκληση του φίλου του να βγουν έξω ενώ δεν έχει όρεξη, ακριβώς επειδή δεν αναγνωρίζει το αρνητικό του συναίσθημα, το οποίο του στέλνει το μήνυμα ότι «κάτι δεν πάει καλά». Έτσι, όμως, δεν ακούει τις πραγματικές ανάγκες και τις επιθυμίες του. Αν όμως το άτομο αυτό μπορέσει να αναγνωρίσει ότι νιώθει δυσάρεστα και δεν θέλει να βγει έξω, είναι πιο πιθανό να το εκφράσει ή να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που τον δυσκολεύει να εκφράσει αυτό που πραγματικά θέλει. Κατά συνέπεια, όταν αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, κατανοούμε καλύτερα τις ανάγκες μας και έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε τις πληροφορίες που μας δίνει το σώμα μας ως εργαλείο για να σχεδιάσουμε τη μετέπειτα συμπεριφορά μας και να πάρουμε τη σωστή για εμάς απόφαση. Από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι που αναλύουν τα πάντα με βάση τη λογική δεν δίνουν την απαραίτητη σημασία στις σημαντικές πληροφορίες και τα μηνύματα που τους μεταφέρουν τα συναισθήματά τους.

Πότε είναι ωφέλιμη η λογική;
Μειώνει τα περιθώρια λάθους   

Το ένστικτο είναι γρήγορο, αλλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικό. Όταν βασιζόμαστε στη διαίσθησή μας, συχνά κάνουμε γενικεύσεις και ορισμένες φορές οδηγούμαστε σε αυθαίρετα συμπεράσματα για καταστάσεις ή πρόσωπα για τα οποία διαθέτουμε λίγες πληροφορίες, βασιζόμενοι συχνά σε προκαταλήψεις και προηγούμενες εμπειρίες. Η λογική, από την άλλη πλευρά, μειώνει τα περιθώρια λάθους. Σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά της εκάστοτε κατάστασης και καταλήγει στην πιο ώριμη απόφαση, απαλλαγμένη από παρορμήσεις.

Όχι αυθαίρετα συμπεράσματα 
Όταν πράττουμε βάσει του συναισθήματός μας, είναι πιθανό αυτό που νιώθουμε να μην είναι το πιο αξιόπιστο κριτήριο γι’ αυτό που πραγματικά συμβαίνει και επομένως τα συμπεράσματα που βγάζουμε να είναι αυθαίρετα. Αν γνωρίσουμε, για παράδειγμα, κάποιον και νιώθουμε άβολα μαζί του, μπορεί να συμπεράνουμε ότι δεν του είμαστε αρκετά συμπαθείς. Στην πραγματικότητα κάνουμε το συναίσθημά μας κριτήριο μιας κατάστασης, την οποία αξιολογούμε βάσει των δικών μας υποθέσεων σχετικά με το πώς σκέφτεται ο άλλος
για εμάς. Η δική μας υπόθεση στηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στις πεποιθήσεις μας και τις προηγούμενες εμπειρίες μας και πολύ λιγότερο στην αληθινή στάση του άλλου προσώπου.
Η λογική, αντίθετα, μας επιτρέπει να εστιάζουμε στην εκάστοτε κατάσταση και να εντοπίζουμε
τις ρεαλιστικές διαστάσεις του προβλήματος.

Στα πάνω ή στα κάτω μας; 

Η διαίσθηση ακολουθεί τη διάθεσή μας, γι’ αυτό και είναι ευμετάβλητη. Μπορεί, για παράδειγμα, να πάρουμε μια απόφαση μια μέρα που έχουμε κέφια και να είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με αυτή ή να απορρίψουμε μια σημαντική πρόταση γιατί δεν έχουμε καλή διάθεση και ενδεχομένως να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι κάναμε και στις δύο περιπτώσεις λάθος.

Αριστερά ή δεξιά;
Όταν προσπαθούμε να διαχειριστούμε μια δυσκολία ή να πάρουμε μια σημαντική απόφαση, χρησιμοποιούμε 2 μηχανισμούς:
Α) Θέτουμε σε λειτουργία το πιο «πρωτόγονο» κομμάτι του εγκεφάλου μας, τη διαίσθηση, η οποία εστιάζει στα συναισθήματα. Η διαίσθηση είναι αποτέλεσμα των περασμένων εμπειριών μας, τις οποίες αναλύει ο εγκέφαλός μας και αντιπαραθέτει στη συνέχεια στα ερεθίσματα που προσλαμβάνει από το εξωτερικό περιβάλλον. Υπεύθυνη για τις αποφάσεις που παίρνουμε με τη διαίσθηση είναι η δεξιά πλευρά του εγκεφάλου, η οποία θεωρείται ότι δουλεύει με συναισθηματικό και συνειρμικό τρόπο.
Β)
Χρησιμοποιούμε τη λογική μας, εστιάζοντας στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε και στα δεδομένα που υπάρχουν, προκειμένου να βρεθεί λύση. Η λογική σχετίζεται περισσότερο με τη συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε και τις ρεαλιστικές παραμέτρους που αυτή περιλαμβάνει. Όταν τίθεται σε λειτουργία η λογική μας, ενεργοποιείται η αριστερή πλευρά του εγκεφάλου, η οποία «παράγει» τη δομημένη και αναλυτική σκέψη.

Πηγή: vita.gr